Βασίλης Αγούμης στα “άπαντα της γαστρονομικής παράδοσης” τώρα και σε πηχτή!

Το φαγητό του ξενύχτη έπεσε θύμα του κορωνοϊού και σερβίρεται πλέον μόνο σε πακέτο, το οποίο εντοπίσαμε σε έναν διαφορετικό χώρο ,καλαίσθητο και ιδιαίτερα γνωστό μαγαζί στα Τρίκαλα το Ουζερί του Βασίλη.
Η οικογενειακή επιχείρηση του Βασίλη Αγούμη που εδώ και δεκαετίες φιλοξενεί στα τραπέζια του, όλους τους αστους της πόλης των Τρικάλων, σερβίροντας εξαιρετικούς μεζέδες. Μπορεί το ύφος του καταστήματος(ουζερί, μεζεδοπωλείο) να σε προϊδεάζει ότι δε θα φύγεις χορτάτος η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Μία από τις επιλογές του ψαγμένου Τρικαλινού και για φαγητό. Σταθερή ποιότητα και καλές τιμές .
Στην εποχή του lockdown η διεύθυνση προσαρμόστηκε από το ξεκίνημα όπως αρμόζει σε κάθε επαγγελματία, στις απαιτήσεις της αγοράς σερβίροντας takeaway εξαιρετικά πιάτα για όλα τα γούστα. Εμείς θα σταθούμε στην δημιουργική παρέμβαση της συζύγου του που συνεχίζει να κρατά τα σκήπτρα της τοπ μαγείρισσας η οποία καταφέρνει κάθε φορά πέρα από τις σταθερές γεύσεις και τα must πιάτα τα οποία φτάνουν πάντα με παραγγελία ζεστά και λαχταριστά στο σπίτι του πελάτη να παρουσιάζει και κάτι διαφορετικό …..
Αυτήν την φορά η εμπνευστική δημιουργία έφτασε και σε ένα πιάτο το οποίο αφορά αποκλειστικά τύπο μερακλή, και γιατί όχι του… αλλοτινού ξενύχτη.Η κυρία Μαρία ως αφανής ήρωας στην πίσω πλευρά του καταστήματος εργάζεται σε έναν χώρο που γνωρίζει καλά από τα πρώτα χρόνια .Έτσι λοιπόν μια ειδικά αναφορά αξίζει τον κόπο καθώς το έδεσμα είναι μοναδικό και αποτελεί μέρος της γαστρονομικής μας παράδοσης από γενιά σε γενιά
«Δεν εντυπωσιάζομαι από μάγειρες που καυχιούνται για το πώς έφτιαξαν ένα φιλέ μινιόν. Αυτός που μπορεί να πάρει κομμάτια ποδιού ή έναν πατσά και να φτιάξει κάτι πραγματικά νόστιμο με ενδιαφέρει γιατί αυτό είναι όντως εντυπωσιακό», είχε πει κάποτε ο Άντονι Μπουρντέν και θα μας βρει απόλυτα σύμφωνους γιατί ο καλός μάγειρας επιβάλλεται να γνωρίζει πώς θα αξιοποιεί κάθε κομμάτι «από την ουρά μέχρι τη μύτη».
Ένα από αυτά -και από τα πιο υποτιμημένα ομολογουμένως- είναι και το μοσχαρίσιο στομάχι, ο γνωστός σε όλους πατσάς, κομμάτι που, λόγω της υφής αλλά και της δυνατής μυρωδιάς του, όταν μαγειρεύεται δεν είναι σε όλους αρεστό. Το σωστό μαγείρεμά του προϋποθέτει πολύωρη παραμονή στην κατσαρόλα και για τους μερακλήδες -αυστηρά- μοιάζει με βάλσαμο στην πρώτη ξενυχτισμένη «καλημέρα». Αλήθεια, τι καλύτερο από μια μπρουτάλ ζεστή σούπα με πατσά και μοσχαρίσιο ποδαράκι πασπαλισμένη με μπόλικο φρεσκοτριμμένο πιπέρι, μπούκοβο, φέτες ωμό σκόρδο και γενναία ποσότητα ξίδι;
Η κ.Μαρία πάντως έβαλε τον πατσά από τα αλώνια στα σαλόνια σερβίροντάς τον, πλέον παγωμένο σε κεσεδάκι την παραδοσιακή πηχτή που αποτελεί τον κλασικό χειμωνιάτικο μεζέ κρύο και φυσικά ζεστό ως πατσά με κανά δυο φέτες ψωμί και λιγάκι μπούκοβο….
Το ίδιο καζάνι που τους έκανε γνωστούς εδώ και χρόνια σιγοβράζει ολημερίς την ίδια συνταγή που δοκίμασαν όλες οι προσωπικότητες της πόλης επιχειρηματίες και πολιτικοί και στα χέρια, πια, του γιου της Κωνσταντίνου ο οποίος έδωσε νέο άνεμο στην επιχείρηση, με μια ανακαίνιση που φλερτάρει με το παλιό πλακάκι και μια φρέσκια αισθητική νεοταβέρνας. Μεγάλο σουξέ η πηχτή η ο πατσάς από μοσχαρίσιο υγιεινός, θρεπτικός, πεντανόστιμος.
Στέκι όλης της πόλης, μέρα και νύχτα, εδώ θα έρθεις και για τα πεντανόστιμα μαγειρευτά ή αλλιώς, τα άπαντα της ελληνικής παράδοσης. cz


«Δεν εντυπωσιάζομαι από μάγειρες που καυχιούνται για το πώς έφτιαξαν ένα φιλέ μινιόν. Αυτός που μπορεί να πάρει κομμάτια ποδιού ή έναν πατσά και να φτιάξει κάτι πραγματικά νόστιμο με ενδιαφέρει γιατί αυτό είναι όντως εντυπωσιακό», είχε πει κάποτε ο Άντονι Μπουρντέν και θα μας βρει απόλυτα σύμφωνους γιατί ο καλός μάγειρας επιβάλλεται να γνωρίζει πώς θα αξιοποιεί κάθε κομμάτι «από την ουρά μέχρι τη μύτη».







