Ισχυρό ρεύμα «σπρώχνει» τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο στη Βουλή!

«Έχει περάσει πάρα πολλές φορές από το μυαλό μου η πολιτική, απλά οι δικές μου απόψεις είναι τέτοιες που θα με είχαν “φάει”, προτού καν ανακοινώσω ότι κάνω κόμμα», δήλωνε τον περασμένο Οκτώβριο στον Alpha ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος. Και επιβεβαιώθηκε, όταν στις 27 Αυγούστου το Instagram αποφάσισε να του κλείσει τον λογαριασμό, άρα και το στόμα, κατεβάζοντας το προφίλ του, το οποίο ακολουθούσαν σχεδόν 300.000 άνθρωποι…
- Από τον Βασίλη Γαλούπη
Λίγες ώρες μετά, ο κορυφαίος φαρμακοβιομήχανος της χώρας δημιουργούσε τον καινούργιο του λογαριασμό στη δημοφιλή πλατφόρμα social media, συγκεντρώνοντας μέσα στα πρώτα 24ωρα περισσότερους από 70.000 ακολούθους, αριθμός πράγματι εντυπωσιακός και ενδεικτικός για το ρεύμα που έχει δημιουργηθεί υπέρ του. Ο αντισυμβατικός -και συχνά παρορμητικός- τρόπος να εκφράζει τις απόψεις του μπορεί να φιμώθηκε με συνοπτικές, αν όχι αυταρχικές διαδικασίες από το Instagram, όμως στηρίζεται από μια σημαντική μερίδα πολιτών, οι οποίοι ασπάζονται όσα λέει, εκτιμούν την αυθεντικότητα και την αμεσότητά του, ενώ, πλέον, ζητούν όλο και πιο έντονα από τον ιδιοκτήτη της ΚΑΕ Παναθηναϊκός να κατέβει στις εκλογές!
Και δεν είναι η πρώτη φορά. Η παρουσία του στο μεγάλο συλλαλητήριο στο Σύνταγμα κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών τον Ιανουάριο του 2019 ενθουσίασε πολλούς από τους παρευρισκομένους, με συνέπεια ομάδα πολιτών να συγκεντρώσει υπογραφές στο Facebook ώστε ο φαρμακοβιομήχανος να πειστεί να ασχοληθεί με την πολιτική.
Ο 47χρονος επιχειρηματίας μπορεί να κατέχει ισχυρή θέση στα ελληνικά media, με τον όμιλο DPG να διαθέτει δέκα sites, όμως έχει αποφασίσει εδώ και χρόνια να εμφανίζεται δημοσίως όχι από τα δικά του μέσα, αλλά μέσω Instagram. Ειδικά τους τελευταίους μήνες οι αναρτήσεις του με πολιτική διάσταση πλήθυναν, σε σημείο που στον λογαριασμό του να μην συρρέουν μόνο οπαδοί του Παναθηναϊκού, όπως παλαιότερα, αλλά και χιλιάδες άλλοι σκεπτικιστές απέναντι στη διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση.
Γόνος της σπουδαίας οικογένειας των Γιαννακόπουλων με ηγετική θέση στη φαρμακοβιομηχανία της χώρας και μεγάλη προσφορά στον Παναθηναϊκό, πρόεδρος Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος της ΒΙΑΝΕΞ, δεν έχει ταυτιστεί με κάποιο κόμμα, όμως έχει αποδείξει πολλάκις ότι είναι πολιτικό ον, έστω κι αν συχνά αποκηρύσσει την οποιαδήποτε εμπλοκή του με την πολιτική.
Σε μια εποχή όπου η παγκοσμιοποίηση έχει επιβάλει τους κανόνες της, ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος «τολμά» να μιλήσει για «πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια», ένα τρίπτυχο που ναι μεν λοιδορείται ως παρωχημένο από τους εκφραστές του νέου μοντέλου πολιτικής, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί το αποκούμπι για μια σημαντική μερίδα της κοινωνίας.
Η ανάρτησή του για το εμβόλιο σήκωσε την περισσότερη «σκόνη»
Ωστόσο, η ανάρτησή του, που σήκωσε την περισσότερη… σκόνη από οποιαδήποτε άλλη, έχει να κάνει με το εμβόλιο κατά της Covid-19 και έγινε τον περασμένο Μάιο: «Πολλοί ρωτάτε εάν έκανα το εμβόλιο και ποιο. Όχι, δεν έκανα και δεν θα κάνω. Όχι επειδή φοβάμαι αλλά επειδή δεν θέλω να αλλοιωθεί το DNA μου». Αν μη τι άλλο, μια τέτοια δημοσίευση από τον Νο1 φαρμακοβιομήχανο της χώρας και όχι από έναν οποιονδήποτε πολίτη, ήταν δεδομένο πως θα ανάψει φωτιές στον δημόσιο διάλογο.
Οι αντίπαλοί του κατηγορούν τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο για παρορμητισμό που συχνά ξεπερνάει τα όρια. Πράγματι, δεν είναι λίγες οι φορές που υποπίπτει σε λεκτικά ολισθήματα, ενώ ειδικά η εμπλοκή του με τον αθλητισμό έχει δώσει αρκετές αφορμές αντιπαραθέσεων. Ο δημόσιος λόγος του, όμως, όσον αφορά τις πολιτικές του απόψεις, δεν παρουσιάζει αποκλίσεις.

Τον Οκτώβριο του 2015 ανέβηκε στο βήμα της Βουλής ως πρόεδρος του Συλλόγου Αντιπροσώπων Φαρμακευτικών Ειδών & Ειδικοτήτων (ΣΑΦΕΕ), την ημέρα ψήφισης του πολυνομοσχεδίου για τη φορολόγηση των φαρμάκων εκτός πατέντας. Ο κ. Γιαννακόπουλος, δίχως να χρειαστεί να κοιτάξει καν τα χαρτιά του ούτε μια φορά, ήταν καταιγιστικός, εξαπολύοντας επίθεση αγωνίας («αν το ψηφίσετε, θα κλείσουν επιχειρήσεις δεκαετιών, η χώρα δεν θα έχει φάρμακο και το φθηνό ελληνικό φάρμακο θα αντικατασταθεί από ακριβό ξένο»), βάζοντας, παράλληλα, στο κάδρο το ισραηλινό φαρμακευτικό λόμπι και τους Ανδρέα Λοβέρδο, Αντώνη Σαμαρά, Σταύρο Παπασταύρου, Ντέιβιντ Χάρις και Σάμπυ Μιωνή.
Στα «πιστεύω» του είναι η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, προκειμένου να βασίζεται η Ελλάδα στις δικές της δυνάμεις, δηλώνει «αντιμνημονιακός 100%», ενώ έχει ταχθεί ξεκάθαρα κατά της παγκοσμιοποίησης. Ευαισθησία από την πρώτη στιγμή έδειξε και με τις πρόσφατες πυρκαγιές, παίρνοντας πρωτοβουλία για αναδάσωση στη Βαρυμπόμπη.
Αυτές οι θέσεις κάνουν, όπως αποδεικνύεται, γκελ σε μια σημαντική μερίδα ψηφοφόρων, που βλέπουν στο πρόσωπό του έναν νέο ηλικιακά επιχειρηματία που δεν κρύβεται, δεν φοβάται να εκφράσει τις απόψεις του, δεν «σαλιαρίζει» με το πολιτικό κατεστημένο, ούτε και αποζητά επιτηδευμένα την ευρεία αποδοχή -κάτι που ασφαλώς θα τον συνέφερε επιχειρηματικά- σε έναν λόγο χωρίς γωνίες. Ουδέποτε, άλλωστε, ο κ. Γιαννακόπουλος έκρυψε ότι είναι άνθρωπος της ρήξης…
Εκφράζει όσους αναζητούν πολιτική αντιπροσώπευση από άφθαρτους «παίκτες»
Αρχίζει να γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο ότι το πολιτικό σκηνικό βρίσκεται μπροστά στο «φαινόμενο Γιαννακόπουλος», κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ένας εύπορος επιχειρηματίας αυτού του βεληνεκούς, δηλαδή, να συσπειρώνει, δίχως να το επιδιώκει μάλιστα, δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους για τις θέσεις του που πάνε κόντρα στις συστημικές.
Και μπορεί ο Δημ. Γιαννακόπουλος να μην αποζητά ούτε να έχει ανάγκη ένα πολιτικό αξίωμα, όμως ουσιαστικά τον «σπρώχνει» ο κόσμος για να εμπλακεί. Σε ένα τόσο δύσκολο τάιμινγκ για τη χώρα, υπάρχει μια διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα συμπολιτών μας που φαίνεται να ενστερνίζεται το σλόγκαν «αν δεν υπήρχε ο Γιαννακόπουλος, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε». Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό;

Στην παγκόσμια τάση που αναζητά πολιτικούς outsiders για να λάβουν ενεργά θέση στο σημερινό σκηνικό, ο παραδοσιακός διαχωρισμός μεταξύ Αριστεράς – Δεξιάς αργοπεθαίνει δίνοντας τη θέση του στον διαχωρισμό μεταξύ «Ανοιχτού» και «Κλειστού». Γιγαντώνεται πλέον η «αναμέτρηση» μεταξύ των υποστηρικτών της αχαλίνωτης παγκοσμιοποίησης και αυτών που αισθάνονται ότι έμειναν έξω από το τρένο της παγκοσμιοποίησης, απαιτώντας την επιστροφή σε πιο προστατευτικό και «κλειστό» σύστημα









