Ο Νίκος Αλιάγας αποτυπώνει την ζωή στο Παρίσι

Μείναμε μέσα και σωπάσαμε, σοκαρισμένοι, ανήσυχοι, παρακολουθώντας τις ειδήσεις στην τηλεόραση και τις άδειες λεωφόρους απ’ το παράθυρο. Είχαν περάσει 10 ημέρες όταν αποφάσισα να βγω ξανά στον κόσμο. Έχοντας καλύψει το πρόσωπό μου μ’ ένα χειμωνιάτικο κασκόλ και ένα μπουκαλάκι οινόπνευμα στην τσέπη έτοιμος να κάψω τον εχθρό με το εύφλεκτο υγρό. Βγήκα από την πολυκατοικία σαν δεσμώτης που απελευθερώνεται από το Σπήλαιο του Πλάτωνα.


Ήθελα να δω με τα ίδια μου τα μάτια το αγνώριστο τοπίο, ήθελα να μοιραστώ την αγωνία μου με κάποιον γείτονα, μα δεν υπήρχε κανείς. Οι αλυσοδεμένοι δεσμώτες είχαν μείνει στα σπίτια τους, άλλοι είχαν φύγει στην εξοχή και στις επαρχίες πριν το συναγερμό. «Όταν το πλοίο βουλιάζει», έλεγε ο παππούς μου, «τα ποντίκια φεύγουν πρώτα». Αυτός ο αγέρωχος παππούς, ο Λευκαδίτης, που δάκρυζε όταν έκανε το σταυρό του για να μην γνωρίσουμε ποτέ πολέμους και κακουχίες. Μα δε ζούμε σε πόλεμο, δεν πήραμε τα όπλα, δεν πήραμε τους δρόμους της προσφυγιάς, τα κτίρια δεν κατέρρευσαν, το Παρίσι στέκεται όπως χθες. Σα να μην άλλαξε τίποτα, ενώ έχουν αλλάξει τα πάντα μέσα μας. Μείναμε μέσα. Απέναντι στο καθρέπτη του χρόνου και της συνείδησής μας. Με έναν φόβο φωλιασμένο στην ψυχή μας. Πού πήγαν όλα αυτά τα χρόνια που μας μετάλλαξαν σε βιαστικά ανθρωπάκια, με ατζέντες και βεβαιότητες. Άπειρες βεβαιότητες.


Πλατεία των Invalides. Οφθαλμοσκοπώ, μια πόλη φάντασμα πίσω από τον φακό μου. Αναζητώ μια γνώριμη εικόνα να πιαστώ, να αφουγκραστώ, να αισθανθώ πως είμαι ακόμα ζωντανός σ’ ένα τοπίο χωρίς ζωή. Άδεια η πόλη. Που πήγαν όλοι. Απέναντί μου ο Πύργος του Άιφελ αγέρωχος και σχεδόν αδιάφορος στην κατάντια μας. Στην κορυφή του ένας φάρος-Κύκλωπας που διασχίζει τον συννεφιασμένο ορίζοντα. Κι εγώ ο Κανένας, φορτωμένος με σακούλες από σούπερ μάρκετ. Σούπερ ήρωας του τίποτα που κοιτάζει νευρικά στο τηλέφωνό του έναν χάρτη όπου προστίθενται κρούσματα και θύματα. Μια μακάβρια «ζωντανή» καταμέτρηση όπου οι νεκροί δεν έχουν όνομα, πρόσωπο, ιστορία. Χιλιάδες τα θύματα του φονικού ιού. Συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί.

Ένας παππούς με κοιτάζει μουδιασμένα. Διασχίζει τη Γέφυρα Iena με ένα αργό βάδισμα. Το πρόσωπό του κλειστό, με τα χέρια πίσω στην πλάτη. Κοιτάζει το πεζοδρόμιο σα να μετράει τα βήματα που του απέμειναν. Ένας ηλικιωμένος περπατάει στα συντρίμμια της σιωπής μας. Απέναντί του, στο αριστερό πόδι του Πύργου στέκεται το πέτρινο άγαλμα του Γαλάτη καβαλάρη με μια ασπίδα που απεικονίζει το φρικιαστικό πρόσωπο της Μέδουσας. Δεν πέτρωσε ο κόσμος. Πέτρωσαν οι ψευδαισθήσεις ενός κόσμου ανίκανου πλέον να προστατέψει τους παλιούς. Παππούδες και γιαγιάδες που σβήνουν μόνοι, φυλακισμένοι σε γηροκομεία. Ξεχασμένοι πλάτανοι στην έρημο. Και η γενιά μου, που θα ‘πρεπε να τους προστατέψει, τους κλαίει, ανήμπορη, πίσω από τζαμαρίες και χάρτινες μάσκες, κοιτάζοντας από τα θεωρεία της κακιάς ώρας τον ανάλγητο βαρκάρη να πλέει στον Αχέροντα.

Εκκωφαντική η σιωπή της πόλης. Έρημη η γαλλική εθνοσυνέλευση. Μόνο τα κελαϊδίσματα των πουλιών μού κρατούν συντροφιά, naturam suam accipit lege. Στον Σηκουάνα παραμονεύουν μικρά καράβια σα να περιμένουν ένα μυστικό σινιάλο να αρχίσουν ξανά να πλέουν, να αρχίσει ξανά η ζωή. Ένα κοπάδι με αγριόπαπιες πετάει πάνω από την Πλατεία της Κονκόρντ. Ένας ποδηλάτης ξεπροβάλλει απ’ το πουθενά με ανοικτό πουκάμισο και παντόφλες και τραγουδάει δυνατά Έλβις Πρίσλεϊ, “It‘s now or never”.


Εδώ και τώρα. Η Γέφυρα των Τεχνών όπου έδιναν όρκο οι ερωτευμένοι, μοιάζει σαν ιπτάμενη φυλακή με χιλιάδες λουκέτα να κρέμονται πλέον σαν ανεκπλήρωτες υποσχέσεις. Κανείς δεν τολμά να σκεφτεί την επόμενη μέρα στη βαρύτητα που μας αγκυλώνει. Αισθάνομαι άστεγος και περιττός, έγραφε ο Ελύτης. Και πράγματι, σε αυτό το δυστοπικό σκηνικό, μοιάζει σαν ουτοπία η ιδέα της επόμενης μέρας. Πώς να βγει κανείς από το Σπήλαιο χωρίς να τυφλωθεί; Πώς να συνδεθεί κανείς στην ουσία της ύπαρξής του και στους άλλους και στη φύση στην οποία ανήκει; Η επόμενη μέρα απαιτεί αυτογνωσία. Εάν πήραμε τη ζωή μας λάθος, ας την αλλάξουμε επιτέλους. Με συμπόνοια και συγνώμη.










