Σκέφτεστε να αγοράσετε μοκέτα για το σπίτι; Τα ταπητοκαθαριστήρια στην Αγία Παρασκευή θα σας δώσουν πληροφορίες.

Ασφαλώς ένα δάπεδο στρωμένο με μοκέτα από τοίχο σε τοίχο δίνει ωραία εμφάνιση και ξεχωριστή αίσθηση θαλπωρής στο χώρο. Παρουσιάζει όμως και άλλα θετικά στοιχεία, ιδιαίτερα σημαντικά από πλευράς υγιεινής.
Είστε αλλεργικοί; Τότε σίγουρα θα έχετε ακούσει πως οι μοκέτες αποτελούν υπόστρωμα που ευνοεί την ανάπτυξη μικροοργανισμών, όπως είναι τα ακάρεα, λόγω της σκόνης που συγκεντρώνεται. Αυτή η αντίληψη έχει αλλάξει στις μέρες μας. Πολλές επιστημονικές έρευνες απέδειξαν ότι οι μοκέτες δεν προσφέρουν κατάλληλο περιβάλλον για τα ακάρεα της οικιακής σκόνης. Η εξήγηση είναι απλή, όσο και διαφωτιστική: Τα ακάρεα για να αναπτυχθούν χρειάζονται ζέστη και υγρασία, συνθήκες τις οποίες οι μοκέτες δεν εξασφαλίζουν. Μάλιστα ισχύει το αντίθετο, για εκείνους που είναι αλλεργικοί στη σκόνη οι μοκέτες είναι οι πιο κατάλληλες γιατί, απλούστατα, δεσμεύουν τη σκόνη. Σχετικές μελέτες έδειξαν ότι η περιεκτικότητα σε σκόνη της ατμόσφαιρας μέσα σε χώρους στρωμένους με μοκέτες, είναι περίπου η μισή από ό,τι σε χώρους με λεία δάπεδα, όπου τα σωματίδια της σκόνης αιωρούνται ελεύθερα. Έτσι, οι αλλεργικοί δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα με την αναπνοή τους σε χώρους με επένδυση μοκέτα.
Σίγουρα όμως δεν θα πρέπει να εφησυχαζόμαστε και θα πρέπει να την στέλνουμε σε ένα ταπητοκαθαριστήριο στην Αγία Παρασκευή για πλύσιμο κάθε χρόνο. Όμως τα πλεονεκτήματα της μοκέτας δεν τελειώνουν εδώ. Η ελαστικότητά της κάνει το βάδισμα πιο ξεκούραστο και ανακουφίζει την σπονδυλική στήλη. Προστατεύει από γλιστρήματα και τραυματισμούς. Αποσβένει τους θορύβους και βελτιώνει την ακουστική του χώρου, ενώ παράλληλα είναι θερμομονωτική, συντελώντας στην εξοικονόμηση ενέργειας.
Τι σημαίνουν οι διάφορες ετικέτες.
«Σήμα ETG».
Το σήμα «ETG» του ευρωπαϊκού οργανισμού μοκέτας εγγυάται στον αγοραστή ότι η ποιότητα του προϊόντος είναι ελεγμένη. Στις ούγιες και στις ετικέτες βρίσκει κανείς πληροφορίες για τη σύνθεση των πρώτων υλών και για την ανθεκτικότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από «μικρή» (για υπνοδωμάτια) έως «ιδιαίτερα μεγάλη» (για την είσοδο). Η άνεση καθορίζεται βασικά από το πάχος της μοκέτας και από τον αριθμό των θηλειών της ύφανσης. Οι αντίστοιχοι χαρακτηρισμοί κυμαίνονται από «απλή» έως «υπερπολυτελείας».
«Ελεγμένες για ύπαρξη βλαβερών ουσιών».
Αυτό είναι το σήμα του οργανισμού φιλικών προς το περιβάλλον μοκετών (GUT) και καθιερώθηκε το 1990 από εταιρείες της ευρωπαϊκής ταπητουργίας. Εγγυάται ότι το προϊόν δεν περιέχει βλαβερές ουσίες, όπως πενταχλωροφαινόλη, φορμαλδεΰδη και παρασιτοκτόνα. Εκτός από τη σφραγίδα, οι μοκέτες GUT έχουν και έναν αριθμό ελέγχου.
«Μαλλί Νέας Ζηλανδίας».
Η Νέα Ζηλανδία, ο σημαντικότερος προμηθευτής μαλλιού, υποστηρίζει με το σήμα αυτό την παραγωγή γνήσιων μάλλινων μοκετών. Είναι μία σφραγίδα που δεν χορηγείται καθόλου εύκολα. Περισσότεροι από 20 διαφορετικοί έλεγχοι θα πρέπει να γίνουν σε μία μοκέτα προκειμένου να πάρει αυτό το σήμα.
Επιπλέον ετικέτες:
• Μοκέτες φιλικές προς το περιβάλλον.
• Ενδείκνυται για γραφείο.
• Αντέχει στις ρόδες των καθισμάτων
• Κατάλληλη για σκάλα
• Αντιστατική
• Βραδύκαυστη
• Για θερμαινόμενο πάτωμα
• Αδιάβροχη
• Μεγάλης αντοχής
• Ηχομονωτική
• Αναλλοίωτα χρώματα
• Αντιβακτηριακή
Χαρακτηριστικά.
Όλες οι υφασμάτινες επενδύσεις δαπέδων αποτελούνται κατά κανόνα από τρεις στρώσεις: Στο πάνω μέρος είναι η στρώση που φαίνεται και πατιέται και που πρέπει να είναι μαλακή, άνετη και ανθεκτική. Η επιφανειακή αυτή στρώση στηρίζεται σε μία ενδιάμεση, που διατηρεί τη σταθερότητα και το σχήμα και που κατασκευάζεται συνήθως από πολυπροπυλένιο.
Στο κάτω μέρος, η τρίτη στρώση μπορεί να είναι ένα στρώμα από φυσικό latex, ή από αφρώδες πλαστικό, ή και από κάποιο είδος υφάσματος π.χ. από γιούτα.
Οπωσδήποτε, η υφασμάτινη τρίτη στρώση δίνει καλύτερα σταθερότητα στη μοκέτα. Σε σύγκριση με το αφρώδες υπόστρωμα, παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι η μοκέτα μπορεί να αφαιρεθεί χωρίς να αφήσει σχεδόν κανένα ίχνος στο δάπεδο. Επίσης, αποδεικνύεται πιο ανθεκτική σε επενδύσεις θερμαινόμενων δαπέδων. Γενικά, θεωρείται και πιο «υγιεινή». Προσφέρει όμως μικρότερη άνεση στο βάδισμα, καθώς λείπει το μαλακό υπόστρωμα που δημιουργούν τα αφρώδη υλικά.
Ως προς τη θερμομόνωση και την ηχομόνωση, η υφασμάτινη κάτω στρώση δεν υστερεί σημαντικά και ένα υπόστρωμα από μάλλινο πίλημα βελτιώνει την κατάσταση.
Τρόποι κατασκευής.
Επικρατέστερη μέθοδος κατασκευής μοκετών είναι η λεγόμενη μέθοδος Tufting. Η ονομασία προέρχεται από το αγγλικό «To tuft» που σημαίνει σχηματίζω φούντες. Κατά την επεξεργασία, οι ίνες αποκτούν μία θυσανωτή υφή καθώς δημιουργούνται σειρές από θηλιές, οι οποίες σε ορισμένους τύπους κόβονται στο πάνω μέρος και σε άλλους παραμένουν ατόφιες. Πάνω από το 80% των μοκετών κατασκευάζονται με αυτόν τον τρόπο μας λένε οι ταπητοκαθαριστές. Η μέθοδος Tufting δίνει στους κατασκευαστές απεριόριστες δυνατότητες παραλλαγών ως προς τη διαμόρφωση της επιφάνειας, η οποία μπορεί να είναι ακόμα και ανάγλυφη. Διατηρεί δε το κόστος της παραγωγής σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Αντίθετα, οι μοκέτες που υφαίνονται με τον παραδοσιακό τρόπο δεν μπορεί παρά να είναι ακριβότερες. Ξεχωρίζουν όμως σε ποιότητα και εμφάνιση, γι’ αυτό και κρατούν ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς. Κατά τα άλλα, υπάρχουν και μερικά είδη που παράγονται με άλλες μεθόδους, όπως π.χ. οι λεγόμενοι κετσέδες, προοριζόμενα για χώρους στους οποίους μετράει περισσότερο η αντοχή και πολύ λιγότερο η άνεση και η καλή εμφάνιση.
Επιφάνειες μοκετών.
Οι βελούδινες μοκέτες είναι πάντα ιδιαίτερα δημοφιλείς. Οι θηλιές που δημιουργούνται από τις ελαφρά στριμμένες ίνες κόβονται από τη μηχανή στο πάνω μέρος, σχηματίζοντας όμορφες, στρωτές επιφάνειες. Οι βελούδινες μοκέτες διακρίνονται σε διάφορες κατηγορίες. Η κατηγορία frise χαρακτηρίζεται από το έντονο «κατσάρωμα», των ινών, ενώ οι κατηγορίες saxony και shag από το πολύ μεγαλύτερο μήκος των θηλιών και επομένως το πλούσιο «πέλος». Γενικά, οι βελούδινες μοκέτες είναι λιγότερο ανθεκτικές από τις «μπουκλέ» οι οποίες κατασκευάζονται με μικρές θηλιές νήματος ίδιου μήκους. Με θηλιές νήματος διαφορετικού μήκους κατασκευάζονται μοκέτες που η επιφάνειά τους δίνει την εικόνα του ανάγλυφου. Ένας ακόμα τύπος με αίσθηση ανάγλυφου παράγεται με τη μέθοδο Cut Lοορ, η οποία συνδυάζει κομμένες και άκοπες θηλιές, ταιριασμένες σε διαφορετικά ύψη.
Επιλογή ινών.
Χωρίς αμφιβολία, οι μοκέτες από συνθετικές ίνες κυριαρχούν στην αγορά για πολλούς λόγους, ο σπουδαιότερος από τους οποίους είναι φυσικά η χαμηλότερη τιμή. Αλλά και η εξαιρετικά μεγάλη ποικιλία χρωμάτων και σχεδίων προσελκύει το κοινό, προσφέροντας άπειρες δυνατότητες επιλογών και συνδυασμών.
Η ανθεκτικότητα και η ευκολία της συντήρησης και του καθαρισμού αποτελούν επίσης θετικά στοιχεία των προϊόντων αυτής της κατηγορίας. Οι μοκέτες αυτές κατασκευάζονται κυρίως από πολυαμίδιο ή πολυπροπυλένιο και σπανιότερα από πολυακρυλικά ή πολυεστερικά υλικά. Κυκλοφορούν σε διάφορες ποιότητες και τιμές, όμως οι πολύ φτηνές δεν μπορεί παρά να έχουν και κάποια μειονεκτήματα. Ένα από αυτά είναι το ότι φορτίζονται ηλεκτροστατικά, μαζεύουν σκόνη και λερώνονται εύκολα πράγμα που σημαίνει πως δεν θα αποφύγετε το ταπητοκαθαριστήριο.
Στις φυσικές ίνες, κορυφαία θέση κατέχει το μαλλί. Οι μάλλινες μοκέτες είναι από τη φύση τους μαλακές και ζεστές. Απορροφούν το θόρυβο των βημάτων, απωθούν τη βρωμιά και παίρνουν φωτιά πολύ δύσκολα. Ειδικά για εκείνους που προτιμούν τα οικολογικά υλικά, μία μοκέτα από καθαρό μαλλί με φυσικό λατέξ και γιούτα στην πίσω πλευρά, αποτελεί την ιδανική λύση, αν βέβαια δεν θεωρήσουν την τιμή απαγορευτική. Φυσική ίνα είναι και το σίζαλ, που βγαίνει από τα μακριά φύλλα ενός φυτού που ευδοκιμεί στο Μεξικό, τη Βραζιλία και ορισμένα μέρη της Αφρικής. Οι μοκέτες σίζας είναι κάπως σκληρές στην αφή έχουν
όμως πολύ μεγάλη αντοχή σε καταπονήσεις, όπως καρέκλες με ροδάκια κ.λπ. Θεωρούνται αντιβακτηριακές και έχουν αντιστατικές ιδιότητες, είναι όμως κάπως ευαίσθητες στην υγρασία. Για πολύ όμορφες επιστρώσεις δαπέδων από φυσικές ίνες προσφέρεται και ο κοκοφοίνικας. Δίνει την πιο γνήσια «ρουστίκ» εμφάνιση και έχει μια ιδιαίτερη, «τραχειά» γοητεία. Η ίνα του κοκκοφοίνικα είναι εσωτερικά κούφια. Γι’ αυτό και ένα δάπεδο στρωμένο με κοκοφοίνικα έχει μεγάλη ελαστικότητα και εξασφαλίζει άριστη θερμομόνωση και ηχομόνωση. Ο κοκοφοίνικας διατίθεται συνήθως στη φυσική του καφετιά απόχρωση ή ελαφρά ξασπρισμένος στο χρώμα της άμμου. Υφαίνεται με διάφορες τεχνικές δίνοντας ξεχωριστές κάθε φορά επιφάνειες. Υπάρχουν και μοκέτες που συνδυάζουν διάφορες φυσικές ίνες, όπως σίζας και μαλλί ή μαλλί και βαμβάκι.
Μέθοδοι κατασκευής μοκετών.
Διάταξη θυσανωτή – Με τη μέθοδο tufting, οι ίνες ράβονται σε ένα φέρον υπόστρωμα με πολλές παράλληλες βελόνες, όπως της ραπτομηχανής. Μικροσκοπικά άγκιστρα φορμάρουν τις ίνες σε θηλιές, οι οποίες περνούν από την πίσω πλευρά του υποστρώματος και κολλιούνται σ’ αυτό. Οι μοκέτες αυτές έχουν συνήθως μία πρόσθετη επένδυση στην πίσω όψη από αφρώδες υλικό ή από ειδικό ύφασμα.
Ύφανση – Χρησιμοποιείται περίπου ο ίδιος παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο υφαίνονται όλα τα υφάσματα με το στημόνι, το υφάδι και τη σαΐτα. Βέβαια αυτό γίνεται
σε υπερσύγχρονα μηχανήματα, αργαλειούς ειδικούς για τα διάφορα είδη των υφαντών μοκετών. Κατά κανόνα, οι μοκέτες αυτές υπερτερούν σε ποιότητα και εμφάνιση από όλες τις άλλες γι’ αυτό και είναι αρκετά ακριβότερες. Κερδίζουν όμως σταθερά, όλο και περισσότερο την προτίμηση των καταναλωτών.
Άλλοι τρόποι – Με ειδικά μηχανήματα παράγονται διάφοροι τύποι πιλημάτων που χρησιμοποιούνται για επενδύσεις δαπέδων ή και διακοσμητικές επενδύσεις τοίχων. Αποτελούνται από ένα ή περισσότερα στρώματα, με ή χωρίς φέρον υλικό και αποκτούν σταθερότητα με χημική ή θερμική κατεργασία.









