Τρίκαλα

Επιστημονική έρευνα για την ιστορία της περιοχής του Ασπροποτάμου και του Γαρδικίου

Ένας εξαίρετος επιστήμων – καθηγητής φιλόλογος Γαρδικιώτης, ο Αντώνης Βράκας, μας εξιστορεί σε βάθος χρόνου την ιστορία της περιοχής του Ασπροποτάμου και του Γαρδικίου !! Τεκμηριωμένα στοιχεία μιας επιστημονικής έρευνας !!!
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΒΡΑΚΑΣ
Ο Αντώνιος Βράκας είναι γιος του Βασιλείου Βράκα (1930-1984) και της Αθανασίας Βράκα το γένος Κωνσταντίνου Μπαταγιάννη (1934-2021). Γεννήθηκε το 1966 στον Πειραιά αλλά κατοικεί στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και έλαβε τον τίτλο του Διδάκτορος από το ίδιο Τμήμα. Υπηρέτησε τη Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ως Εκπαιδευτικός, Υποδιευθυντής Σχολικής Μονάδας, Υπεύθυνος Δειγματικών Διδασκαλιών Φιλολόγων του Προτύπου Βαρβακείου Λυκείου, Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων Ευβοίας. Υπηρέτησε τη Δημόσια Τριτοβάθμια Εκπαίδευση ως διδάσκων Αρχαία Ελληνική και Λατινική Γλώσσα στο Τμήμα Θεολογίας του ΕΚΠΑ. Είναι μέλος του ΔΣ της Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων.
To Γαρδίκι μέσα στους αιώνες: ιστορία και ανθρωπογεωγραφία
Η αρχαία Αθαμανία και οι περιπέτειές της ως πλαίσιο για την πρώτη εμφάνιση των προγόνων μας στο προσκήνιο της Ιστορίας
Η αρχαία Αθαμανία ήταν κατεξοχήν ορεινή περιοχή με κατοίκους που δραστηριοποιούνταν στην κτηνοτροφία. Παρουσίαζε διαφορετική εικόνα από τη σημερινή, καθώς ήταν ακόμη πιο δασωμένη, με πλουσιότερη συνεπώς χλωρίδα και πανίδα, πιο πυκνοκατοικημένη και σφύζουσα από ζωή χάρη στον ακμαίο πληθυσμό και στις μετακινήσεις των κοπαδιών ανά τις χορτολιβαδικές εκτάσεις των υψιπέδων της. Διατρεχόταν ή οριζόταν από σημαντικούς ποταμούς, όπως ο Αχελώος, ο Ίναχος και ο Αχέρων. Κυριότερες πόλεις της ήταν η Θεοδωρία (σημ. Θεοδώριανα), η Ηράκλεια, η Τετραφυλία και η Αργιθέα. Άλλη σημαντική πόλη ήταν η Χαλκίς (σημ. Χαλίκι), ενώ η αρχαιολογική έρευνα έχει αναδείξει σημαντικά ευρήματα πολίσματος στην περιοχή «Παλιοχώρι» Γαρδικίου. Όταν κάποιος αναφέρεται στην «αρχαία ιστορία του Γαρδικίου» εννοεί τη δράση των αρχαίων προγόνων στο πλαίσιο της ιστορικής πορείας αυτής ακριβώς της περιοχής.
Η Αθαμανία ήταν χώρα όπου πρωτοεγκαταστάθηκαν οι πρωτο-Αχαιοί, επί των οποίων κυριάρχησαν οι μετέπειτα αφιχθέντες Αθαμάνες, οι Αίθικες (δύο στενά συνδεδεμένες, σχεδόν αδελφικές, ελληνικές φυλές, αναγνωριζόμενες από τους ιστορικούς ως εκ των 32 αρχετυπικών ελληνικών φυλών της μυκηναϊκής εποχής) και λίγοι εναπομείναντες μετά την από εκεί μετανάστευση του κύριου όγκου τους Αρκτάνες-Αρκάδες, όλοι ομιλούντες κλάδους της λεγόμενης κεντρικής ελληνικής διαλέκτου, οι πρώτοι την αιολική, οι δεύτεροι την αρκαδική, συγγενή της πρώτης. Κάποιοι Αθαμάνες αργότερα μετανάστευσαν στην Φθιώτιδα και στην Βοιωτία, μεταφέροντας την λατρεία και τους μύθους του Αθάμαντος και της Ιν(αχ)ούς εκεί. Πιθανώς ακολούθησαν τους γείτονές τους στην Πίνδο Βοιωτούς προς την χώρα που επρόκειτο να ονομαστεί από αυτούς Βοιωτία. Αργότερα τινές εξ αυτών μετοίκησαν στην Αττική και από εκεί στην Μ. Ασία! Οι Αθαμάνες διατήρησαν τον αρχαϊκό τρόπο οικονομίας και διαβιώσεως και την παραδοσιακή δομή της κοινωνίας τους ως φυλετικού κράτους σε όλη την διάρκεια της Αρχαιότητας. Έλεγχαν τα περάσματα της νότιας Πίνδου μεταξύ της τετραρχίας της Θεσσαλίας και του βασιλείου της Ηπείρου. Μέχρι την εδραίωση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η Αθαμανική αποτελούσε μία από τις πιο ισχυρές φυλές του βορείου ελλαδικού χώρου.
Οι Αθαμάνες ενεπλάκησαν στον Πελοποννησιακό πόλεμο (431-404 π.Χ.) ως σύμμαχοι της Σπάρτης, αλλά, όταν οι Θηβαίοι πήγαν με το μέρος των Αθηναίων, τους ακολούθησαν και συνεργάστηκαν με τον Θηβαίο στρατηγό Ισμηνία που κινήθηκε εναντίον των σπαρτιατικών συμφερόντων στην Θεσσαλία. Γενικώς, ακολουθούσαν την πολιτική των γειτόνων ομοφύλων τους Θεσσαλών και των ομοφύλων τους στην νότια Ελλάδα Βοιωτών. Μετά την παρακμή του βασιλείου της Ηπείρου, η οποία σημειώθηκε από τον θάνατο του Πύρρου και έπειτα, η Αθαμανία ακολούθησε ανεξάρτητο βίο για εκατό έτη περίπου. Ούτως ή άλλως, η γεωγραφική θέση, η μαχητικότητα των κατοίκων και ο αρχαϊκός τρόπος διαβιώσεως καθιστούσαν δύσκολη την καθυπόταξη των Αθαμάνων. Ο δεσμός τους με το βασίλειο της Ηπείρου πρέπει να θεωρηθεί περισσότερο ως συμμαχία ασθενέστερου με ισχυρότερο εταίρο παρά σχέση υποταγής. Έτσι, με την υποχώρηση της ηπειρωτικής ισχύος, η Αθαμανία ανεξαρτητοποιήθηκε πλήρως και γνώρισε περίοδο μεγάλης ακμής από το 250 έως το 150 π.Χ. περίπου, υπό την ηγεσία των βασιλέων Θεοδώρου Α’, Αργιθέου, Θεοδώρου Β’ και Αμυνάνδρου. Ο ελεύθερος βίος και η δόξα των Αθαμάνων ολοκληρώθηκε με τον ηρωικό βασιλιά Σέλιπο.
Η Αθαμανία ανεξαρτητοποιήθηκε πλήρως μετά την υποχώρηση της ηπειρωτικής ισχύος. Έκτοτε οι Αθαμάνες βασιλείς αγωνίστηκαν να διατηρήσουν πάση θυσία αυτήν την ανεξαρτησία, συμμαχώντας με όποιο ελληνικό κράτος έκριναν ότι θα σεβόταν και θα εξυπηρετούσε τις βασικές παραμέτρους της πολιτικής τους. Αυτά ήταν άλλοτε το βασίλειο της Μακεδονίας (γειτονικό της Αθαμανίας προς Βορειοδυτικά) και άλλοτε η Αιτωλική Συμπολιτεία (γειτονική προς τα Νοτιοανατολικά). Στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. οι Αθαμάνες ήταν σύμμαχοι της Μακεδονίας η οποία εξουσιαζόταν από τον πολύ σημαντικό βασιλιά Φίλιππο Ε’ και ενεπλάκη στις ενδοελληνιστικές διαμάχες υπό το προαναφερθέν πρίσμα γεωπολιτικής.
Οι Ρωμαίοι, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση την παλαιότερη επέμβαση του βασιλιά της Ηπείρου Πύρρου στην Ιταλία, εισέβαλαν στην Ελλάδα μέσω του Ιονίου πελάγους. Η απειλή εναντίον της Ηπείρου συνιστούσε άμεση επιβουλή κατά της Μακεδονίας, και οι Μακεδόνες, ως το ισχυρότερο ελληνικό κράτος της εποχής, έσπευσαν να αντιδράσουν. Έτσι εγκαινιάστηκαν οι λεγόμενοι στην ρωμαϊκή ιστορία τέσσερις «Μακεδονικοί πόλεμοι» (214-148 π.Χ.), σε όλους δε ενεπλάκησαν και οι αρχαίοι Αθαμάνες.
Αρχικά, οι Αθαμάνες θεώρησαν ότι η ρωμαϊκή εισβολή στην Ελλάδα ήταν θείο δώρο γι’ αυτούς ώστε να απαλλαγούν από την ενοχλητική για την ανεξαρτησία τους συμμαχία με τη Μακεδονία, η οποία πάντοτε υπέβλεπε αυτό το ατίθασο και ακατάβλητο στοιχείο. Έτσι, στράφηκαν προς τους Ρωμαίους για να τους βοηθήσουν να απαλλαγούν από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό με την Μακεδονία, έχοντας την ιδέα ότι οι Ρωμαίοι ως ξένοι θα είχαν παροδική παρουσία στον ελληνικό χώρο, ενώ το κέρδος για τους Αθαμάνες θα ήταν μόνιμο: παγίωση της πρόσφατα κερδισμένης ανεξαρτησίας τους. Το ίδιο λάθος στρατηγικής διέπραξαν την ίδια περίοδο και άλλοι Έλληνες, π.χ. οι Αιτωλοί, οι οποίοι πίστευαν στις διακηρύξεις των Ρωμαίων εισβολέων ότι ήλθαν στην Ελλάδα για να εκδικηθούν την προσβολή του Πύρρου προς αυτούς και για να εξασφαλίσουν την ελευθερία όσων Ελλήνων καταπιέζονταν από τους Μακεδόνες. Φυσικά, οι Ρωμαίοι αποσκοπούσαν στην αποδυνάμωση της Μακεδονίας που ήταν ο ισχυρότερος εχθρός τους στην Ελλάδα, στην απογύμνωσή της από συμμάχους και στην απομόνωσή της, στην διάσπαση των Ελλήνων και, τελικά, στην καθυπόταξη όλης της χώρας.
Σε αυτόν τον στρατηγικό σχεδιασμό τους βρήκαν πρόθυμους συμμάχους τους Αθαμάνες. Το 207 π.Χ. μάλιστα, οι Ρωμαίοι παραχωρούν την Ζάκυνθο στον βασιλιά των Αθαμάνων Αμύνανδρο για να επισφραγίσουν την φιλία τους και την συμμαχία τους μαζί του! Οι Αθαμάνες από ετών, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του βασιλείου της Ηπείρου, είχαν επεκτείνει την εξουσία τους μέχρι τον ποταμό Άραχθο, ερχόμενοι σε επαφή για πρώτη φορά στην ιστορία τους με την θάλασσα, στις εκβολές του εν λόγω ποταμού, στον Αμβρακικό κόλπο, όπου και η πόλη Αμβρακία, κτήση τότε των Ρωμαίων. Αυτοί, θέλοντας να αποκτήσουν ένα ισχυρό προγεφύρωμα στην Ελλάδα, δια του οποίου να πλήττουν την Μακεδονία από Νότον συνέπηξαν συμμαχία με τον Αμύνανδρο, προσφέροντάς του την Ζάκυνθο.
Οι Αθαμάνες, προσπαθώντας να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους, η οποία, στην αρχή τουλάχιστον, τους είχε οδηγήσει σε πρωτοφανή ανάπτυξη, ισχύ και δόξα, συμμαχούσαν πότε με τη ρωμαϊκή και πότε με την αντιρωμαϊκή παράταξη. Οι ελιγμοί αρχικά ήταν επιτυχείς, στην πορεία – και όσο η παρουσία των Ρωμαίων στην Ελλάδα αυξανόταν και οι παρεμβάσεις τους γίνονταν πιεστικότερες – απέβησαν δύσκολοι και αδιέξοδοι.
Τον Νοέμβριο του 198 π.Χ., στην συνδιάσκεψη της Νικαίας, οι Αθαμάνες επιχειρηματολόγησαν υπέρ των Ρωμαίων. Έπειτα ο Αμύνανδρος ταξίδεψε στην Ρώμη για διαπραγματεύσεις επί των ελληνικών πραγμάτων. Η κύρια επίθεση των Ρωμαίων και των Ελλήνων συμμάχων τους εναντίον του Φιλίππου Ε’ σχεδιάστηκε το επόμενο έτος. Έτσι, οι δύο στρατοί, μετά από έναν χειμώνα αναμονής, αναμετρήθηκαν στην μάχη των Κυνός Κεφαλών, τον Ιούνιο του 197 π.Χ., όπου 1200 ψιλοί (ελαφρά οπλισμένοι) Αθαμάνες υπό τον Αμύνανδρο πολέμησαν στο πλευρό των Ρωμαίων, ηττήθηκαν αρχικώς από τους Μακεδόνες οπλίτες που ήταν παραταγμένοι απέναντί τους, αλλά με την παρέμβαση ρωμαϊκών δυνάμεων από την νικηφόρα δεξιά πτέρυγα του αντιμακεδονικού στρατεύματος, η κατάσταση αντεστράφη και τελικώς ο Φίλιππος νικήθηκε.
Στην πορεία των πραγμάτων φάνηκε ότι οι Ρωμαίοι εννοούσαν την ελληνική ελευθερία ως φενάκη. Οι επεμβάσεις τους στις ελληνικές υποθέσεις έγιναν ενοχλητικές. Το 192 π.Χ. οι Αθαμάνες τάχθηκαν με τους Έλληνες και τον βασιλιά της Συρίας Αντίοχο Γ’ εναντίον των Ρωμαίων. Ωστόσο, δεν επρόκειτο για μία ουσιαστική μεταβολή στην έως τότε κοντόφθαλμη πολιτική, αφού ο Αμύνανδρος επηρεάστηκε από πελοποννήσιο τυχοδιώκτη, ο οποίος διέδιδε ότι ήταν κατ’ ευθείαν απόγονος του Μ. Αλεξάνδρου και ότι επρόκειτο να αποκαταστήσει το ελληνικό μεγαλείο. Ο βασιλιάς των Αθαμάνων ανέλαβε να υποστηρίξει τα σχέδιά του, προσπάθησε να ξεσηκώσει κι άλλους Έλληνες εναντίον των Ρωμαίων, αλλά, τελικά, εισήλθε μόνος στον αντιρωμαϊκό συνασπισμό του Αντιόχου. Αυτό δηλώνει ότι ο Αμύνανδρος ακόμη δεν είχε συλλάβει την σημασία του ρωμαϊκού κινδύνου και ότι απλώς επηρεαζόταν από συναισθηματικές εξάρσεις και αμφιβόλου ποιότητος ανταλλάγματα.
Μετά την αποτυχία του Αντιόχου να διώξει τους Ρωμαίους από την Ελλάδα με την ήττα του στη μάχη των Θερμοπυλών, ο Αμύνανδρος επανασυνδέθηκε με τους Ρωμαίους. Τον Δεκέμβριο του 189 π.Χ. ο Αμύνανδρος, με την υποστήριξη των Ρωμαίων, ανέκτησε τις τέσσερις μεγάλες πόλεις της Αθαμανίας από τους Μακεδόνες, τους εξεδίωξε από την χώρα και επανήλθε στους κόλπους της Ρωμαϊκής Συμμαχίας, ενώ την άνοιξη του 185 π.Χ. υποστήριξε τις θέσεις των Ρωμαίων στις διαπραγματεύσεις με τον Φίλιππο Ε’ στα Τέμπη.
Η παραδοσιακά φιλορωμαϊκή πολιτική των Αθαμάνων άλλαξε υπό την πίεση των εξελίξεων. Όσο η ρωμαϊκή εξουσία ενισχυόταν στην Ελλάδα, τόσο περισσότερο οι Ρωμαίοι παρενέβαιναν στις ελληνικές υποθέσεις, πράγμα που απέδειξε και στους πλέον κοντόφθαλμους Έλληνες ότι η πραγματική πρόθεσή τους ήταν να καθυποτάξουν όλη την χώρα. Αλλά ήταν πλέον αργά. Οι αλληλοεξουδετερωμένοι Έλληνες δεν ήταν σε θέση ούτε να συνεννοηθούν ούτε να αντισταθούν στρατιωτικά στην Ρώμη. Οι Αθαμάνες προσπάθησαν να αποκρούσουν τις αυξανόμενες παρεμβάσεις των Ρωμαίων, γι’ αυτό και το 168 π.Χ. οι ρωμαϊκές λεγεώνες υπό τον ύπατο Αιμίλιο Παύλο κατέστρεψαν τις πόλεις της Αθαμανίας.
Τέλος, το 164-163 π.Χ. το Κοινόν των Αθαμάνων αποσυντέθηκε, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού μετανάστευσε στην Αιτωλία, στην Θεσσαλία και στην Ήπειρο. Μόνο λίγοι Αθαμάνες παρέμειναν στην περιοχή και οι πόλεις τους υποβαθμίστηκαν σε πολίσματα και κώμες, πολλά από τα οποία φέρουν ακόμη τα αρχαία ονόματά τους.
ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΡΑΚΑΣ

Back to top button