Σε μεγάλο κίνδυνο ο θησαυρός που βρήκε Ελληνας αρχαιολόγος στη Βακτριανή

Μπορεί και να φαίνεται εντελώς παράταιρο μέσα στον ορυμαγδό και την παγκόσμια φρίκη που συνοδεύει την επάνοδο των Ταλιμπάν στην εξουσία του Αφγανιστάν να ασχολούμαστε με ένα αρχαίο σύνολο. Δεν είναι. Ο θησαυρός της Βακτριανής, με ελληνικά στοιχεία από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου, ένα σύνολο 21.000 χρυσών και ασημένιων αντικειμένων και κοσμημάτων, δεν αποτελεί μονάχα ένα υπερπολύτιμο στοιχείο για τον πολιτισμό της χώρας. Αποτελεί ταυτοχρόνως έναν πολύ μεγάλο παγκόσμιο θησαυρό. Και τώρα, κινδυνεύει όσο ποτέ άλλοτε.
Όπως κινδύνεψαν οι ναοί της Παλμύρας στη Συρία, από τους οποίους κάποιοι ανατινάχθηκαν. Οι Ταλιμπάν, άλλωστε, είχαν ξεκινήσει τις καταστροφές τινάζοντας με εκρηκτικά δυο κολοσσιαίους Βούδες στην κοιλάδα του Μπαμιγιάν- και πάλι στο Αφγανιστάν.

Μπροστά στην αποχώρηση των ΗΠΑ και τα όσα μέλλονται να συμβούν με τους Ταλιμπάν στην εξουσία, μπροστά στο δράμα που περιμένει τους Αφγανούς, ιδίως τις γυναίκες και τα παιδιά, οι πολιτιστικοί θησαυροί, όσο σπουδαίοι κι αν είναι, έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Ξεχνάμε, συνήθως, πως είναι η καρδιά ενός λαού, η ενότητά του, η «ψυχή» της πατρίδας του. Ωστόσο, την περασμένη φορά, κατά τη δεκαετία του ’90, ο Θησαυρός της Βακτριανής είχε αποκρυβεί με τον καλύτερο τρόπο. Οι Ταλιμπάν δεν κατάφεραν να τον βρουν, παρότι απείλησαν πολλές φορές όσους γνώριζαν το μυστικό, ακόμα και με τη ζωή τους.
Τιλιά Τεπέ
Είναι φθινόπωρο του 1978 και ο ελληνικής καταγωγής αρχαιολόγος Βίκτωρ Σαριγιαννίδης πραγματοποιεί το όνειρο της ζωής του. Σκάβει σε έναν λόφο που ονομάζεται «Τιλιά Τεπέ» (Χρυσός λόφος) σε μια περιοχή όπου, αν και δεν έχει ενδείξεις, θεωρεί πως άνθισε ένας σπουδαίος πολιτισμός, με επαφές και αλληλοεπιδράσεις με τους γύρω του. Στους οποίους, ανήκει και ο ελληνιστικός πολιτισμός, καθώς οι επίγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου έχουν ιδρύσει βασίλεια κοντά στη Βακτριανή.

Εχει εντοπίσει εννέα τάφους. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 79, οπότε αναγκάζεται να σταματήσει λόγω περιόδου βροχών, έχει προλάβει να ανασκάψει τους έξι. Πρόκειται για μία ανδρική ταφή και πέντε γυναικείες. Τα θρυλικά ευρήματα, μεταφέρονται στην Καμπούλ και οι αρχαιολόγοι προσβλέπουν στη συνέχιση της ανασκαφής έπειτα από μερικούς μήνες. Τους πρόφθασε, όμως, ο πόλεμος.
Ο Βίκτωρ Σαριγιαννίδης συγκρίνει τον αντίκτυπο του ευρήματος με την ανακάλυψη του τάφου του Τουταγχαμών το 1922. «Ο χρυσός της Βακτριανής συγκλόνισε τον κόσμο της αρχαιολογίας», έγραφε. «Πουθενά στην αρχαιότητα δεν βρέθηκαν τόσα διαφορετικά αντικείμενα από τόσους διαφορετικούς πολιτισμούς- πόρπες μπότες εμπνευσμένες από την Κίνα, ρωμαϊκά νομίσματα, στιλέτα σε σιβηρικό στιλ». Οι νεκροί είχαν ταφεί μεταξύ του 1ου αι. π.Χ. και του 1ου αι. μ.Χ.

Ο Δρόμος του Μεταξιού
Ο ανασκαφέας παρατηρεί πως ο κάμπος της Βακτριανής, όπου και βρέθηκαν οι τάφοι, βρισκόταν στον Δρόμο του Μεταξιού. Στην αρχή ανακάλυψε έναν ναό που χρησιμοποιήθηκε για λατρεία της φωτιάς και χρονολογείται από το 1500 έως το 1300 π.Χ.. Βλέπει έναν μικρό χρυσό δίσκο στο έδαφος. Σκάβει βαθύτερα και αποκαλύπτει ένα κρανίο και ένα σκελετό περιτριγυρισμένο από χρυσά κοσμήματα και στολίδια – τα απομεινάρια μιας γυναίκας, 25 έως 30 ετών, την οποία αποκάλεσε νομάδα πριγκίπισσα. Εν συνεχεία βρήκε και ανέσκαψε πέντε επιπρόσθετους τάφους. Ηταν , όλοι απλοί τάφροι που περιείχαν ξύλινα φέρετρα χωρίς καπάκι με τα οστά των πάλαι ποτέ στολισμένων νεκρών, οι οποίοι ήταν ηλικίας 15-45 ετών. Τους επόμενους τρεις μήνες, καθάρισε και κατέγραψε περισσότερα από 20.000 αντικείμενα.

Στον τάφο ενός οπλισμένου μαχητή -του μόνου αρσενικού- η ομάδα του αποκάλυψε στιλέτα και μανδύες με τιρκουάζ και μια πλεκτή χρυσή ζώνη με μετάλλια που φέρουν εικόνα του Διόνυσου αγκαλιά σε έναν πάνθηρα. (Άλλοι εικάζουν ότι είναι η Βακτριανή θεά Νανά, καθισμένη σε ένα λιοντάρι.) Κοντά, οι ανασκαφείς βρήκαν ένα ινδικό μετάλλιο που, σύμφωνα με τον Véronique Schiltz, Γάλλο αρχαιολόγο στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας στο Παρίσι, φέρει μία από τις πρώτες παραστάσεις Βούδα. Ο άντρας είχε ταφεί με το κεφάλι ακουμπισμένο σε μια χρυσή πλάκα πάνω σε ένα μεταξωτό μαξιλάρι. Γύρω του ήταν δύο τόξα, ένα μακρύ σπαθί, ένα δερμάτινο πτυσσόμενο σκαμπό, το κρανίο και τα κόκαλα ενός αλόγου.
Σε έναν κοντινό τάφο, η αρχαιολογική ομάδα βρήκε τα λείψανα μιας γυναίκας περίπου 30 ετών, που φορούσε δαχτυλίδια με εικόνες της Αθηνάς, θεάς της σοφίας και ένα ζευγάρι ταιριαστά κοσμήματα με χρυσές φιγούρες δράκων σε σχήμα S, σαν να είχαν εξημερωθεί. Κάποιοι αρχαιολόγοι λένε πως ο τάφος αυτός μάλλον ανήκε σε Ελληνίδα.

Ένας άλλος τάφος, με οστά εφήβου, περιείχε λεπτές σόλες από χρυσό παπούτσι (για τη μετά θάνατον ζωή), μαζί με ένα ρωμαϊκό νόμισμα που κόπηκε στις αρχές του πρώτου αιώνα στη σημερινή Λυών της Γαλλίας. Το νόμισμα πιθανότατα έφτασε στη νότια Ινδία από τη θάλασσα πριν καταλήξει στη γυναίκα μέσω εμπορίου ή ως λάφυρο.
Εικάζεται επίσης ότι οι νομάδες είχαν μεταναστεύσει νότια από την Κεντρική Ασία ή την Κίνα και κατέληξαν να λεηλατήσουν τις ελληνοβακτριανές πόλεις. Τα πλούσια κοσμήματα που συνόδευαν τις ταφές τους, δείχνουν ότι η ομάδα ανήκε σε μια κυρίαρχη οικογένεια.
Τα αρχαιολογικά στοιχεία για νομαδικές ομάδες είναι σπάνια. Οι τάφοι στο Tillya Tepe περιείχαν τα πρώτα παραδείγματα νομαδικής τέχνης που βρέθηκαν στο Αφγανιστάν. Αρχικά οι μελετητές πίστευαν ότι οι νομάδες είχαν αποκτήσει τα τεχνουργήματα “μαζεύοντας από τον δρόμο του μεταξιού”. Αλλά μετά την καταγραφή των αντικειμένων, οι ομοιότητες τους έδειξαν ότι όλα προέρχονταν από κάποιο τοπικό εργαστήριο.

Αυτό σήμαινε ότι αυτοί οι νομάδες πήραν εικονογραφία από την Ελλάδα, τη Ρώμη, την Κίνα, την Ινδία, ακόμη και από τη Σιβηρία, και την έβαλαν μαζί στο δικό τους μοναδικό και εξαιρετικά εκλεπτυσμένο στυλ τέχνης. Ηταν δημιουργοί και όχι απλώς συλλέκτες. Ισως μάλιστα το εργαστήριο βρίσκεται θαμμένο κοντά στους τάφους.









